
Ούτε Θεοί ούτε αφέντες (Art difficile)
Release Date: Saturday, February 22nd, 2025
Published by: Amazon Original; 1st edition
In 'Ούτε Θεοί ούτε αφέντες (Art difficile)', Γιώργος Γλυκοφρύδης delves into the emotional landscapes of exploration and love set against a backdrop of desolate space and haunting music.
Available At
Full Description
«Ποιος είναι ο Ταγματάρχης Τομ;» τον ρώτησε η Φανή. Στάθηκε. Ακίνητη. Άκουγε την μουσική. Δεν το γνώριζε αυτό το παλιό τραγούδι. Δεν το είχε ακούσει ποτέ ξανά. Πόνο έβγαζε αυτό το τραγούδι. Μοναξιά αδυσώπητη. Κατάπιε μια φορά να είναι καθαρή η φωνή της. «Ε; Ποιος είναι ο Ταγματάρχης Τομ;»
«Κανένας δεν είναι ο Ταγματάρχης Τομ.» απάντησε ο Μισέλ. Η φιγούρα του πλησίαζε αργά σε μετρημένα βήματα. Διάστημα και λευκά αστέρια πίσω του και γύρω του. Παντού. Το κατεστραμμένο καβούκι του ρόβερ στα δεξιά και μακριά. Στα αριστερά τα οβάλ χτίσματα της Βάσης.
Η Φανή συνέχισε. «Πότε έγινε αυτή η εκτόξευση;»
«Ποτέ δεν έγινε αυτή η εκτόξευση.»
Η Φανή έσκυψε κάτω, ξανά. «Θλιμμένο είναι αυτό το τραγούδι.» Κι η φωνή της είχε χαμηλώσει. Κοίταξε δεξιά της κι αριστερά της. Και μπροστά της. Κι όλα τόσο ίδια και ακίνητα. Πόση άλλη ομορφιά να σταθεί έτσι. Μάλλον χέρι θλιμμένου από έρωτα αγγέλου πρέπει να το έφτιαξε το φεγγάρι. Αλλιώς δεν δικαιολογείται.
Ο Μισέλ ήταν κοντά πια. Έφτασε από πάνω της. Σταμάτησε. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό.»
Η Φανή σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Για ποιο;»
«Για το τραγούδι που είναι θλιμμένο.»
Σηκώθηκε ολόκληρη και στάθηκε απέναντί του και πολύ κοντά του. Άνοιξε τα δάχτυλά της όσο πιο πολύ γινόταν και τ’ ακούμπησε στο σκάφανδρό του μπροστά. Έμεινε έτσι. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της δεν έβλεπε το πρόσωπό του. Οι χρυσαφί καλύπτρες των σκάφανδρών τους, ασπίδες για το καθαρό ηλιακό φως, είχαν κατέβει από ώρα. Μηδαμινές λάμψεις από το ύψος της τροχιάς έφεραν ελάχιστη κίνηση στον ορίζοντα. Η Φανή χαμογέλασε. «Με ακούς Ταγματάρχη Τομ; Βγες από την κάψουλά σου, αν τολμάς, Ταγματάρχη. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ…»
«Κανένας δεν είναι ο Ταγματάρχης Τομ.» απάντησε ο Μισέλ. Η φιγούρα του πλησίαζε αργά σε μετρημένα βήματα. Διάστημα και λευκά αστέρια πίσω του και γύρω του. Παντού. Το κατεστραμμένο καβούκι του ρόβερ στα δεξιά και μακριά. Στα αριστερά τα οβάλ χτίσματα της Βάσης.
Η Φανή συνέχισε. «Πότε έγινε αυτή η εκτόξευση;»
«Ποτέ δεν έγινε αυτή η εκτόξευση.»
Η Φανή έσκυψε κάτω, ξανά. «Θλιμμένο είναι αυτό το τραγούδι.» Κι η φωνή της είχε χαμηλώσει. Κοίταξε δεξιά της κι αριστερά της. Και μπροστά της. Κι όλα τόσο ίδια και ακίνητα. Πόση άλλη ομορφιά να σταθεί έτσι. Μάλλον χέρι θλιμμένου από έρωτα αγγέλου πρέπει να το έφτιαξε το φεγγάρι. Αλλιώς δεν δικαιολογείται.
Ο Μισέλ ήταν κοντά πια. Έφτασε από πάνω της. Σταμάτησε. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό.»
Η Φανή σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Για ποιο;»
«Για το τραγούδι που είναι θλιμμένο.»
Σηκώθηκε ολόκληρη και στάθηκε απέναντί του και πολύ κοντά του. Άνοιξε τα δάχτυλά της όσο πιο πολύ γινόταν και τ’ ακούμπησε στο σκάφανδρό του μπροστά. Έμεινε έτσι. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της δεν έβλεπε το πρόσωπό του. Οι χρυσαφί καλύπτρες των σκάφανδρών τους, ασπίδες για το καθαρό ηλιακό φως, είχαν κατέβει από ώρα. Μηδαμινές λάμψεις από το ύψος της τροχιάς έφεραν ελάχιστη κίνηση στον ορίζοντα. Η Φανή χαμογέλασε. «Με ακούς Ταγματάρχη Τομ; Βγες από την κάψουλά σου, αν τολμάς, Ταγματάρχη. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ…»